Δώρα Παντέλη: “Είχα πάρει απόφαση να πάω στις Σέρρες και να δουλεύω”

“Συνέβαιναν πράγματα που εύχομαι σε κανένα παιδί να μην συμβούν”, τόνισε η ίδια για τις δύσκολες στιγμές που βίωσε στο σπίτι της τα παιδικά της χρόνια μίλησε η αθλητική δημοσιογράφος Δώρα Παντέλη.

Η Δώρα Παντέλη, μιλώντας στο 1st GWomen Sports Summit, ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής της μιλώντας για τα παιδικά της χρόνια αλλά και τη στιγμή που ήθελε να φύγει από το σπίτι της επειδή δεν βίωνε καλές καταστάσεις. Μίλησε για τη Δώρα που πήγαινε σχολείο το πρωί, προπόνηση το απόγευμα και στη δουλειά το βράδυ για να μπορεί να έχει χρήματα και να παίζει μπάσκετ.Για την Δώρα που βρισκόταν στο δίλημμα του να δουλέψει για να έχει λεφτά για εισιτήρια ή να παίξει με την Εθνική ομάδα. Για την Δώρα, το κορίτσι από το Περιστέρι που το 1999 που πρωτογνώρισε το μπάσκετ ούτε που μπορούσε να φανταστεί που θα βρισκόταν σήμερα και πόσο πολύ θα ενέπνεε άλλες γυναίκες με τη δική της ιστορία.

Στο σπίτι μου συνέβαιναν πράγματα που εύχομαι σε κανένα άλλο παιδί να μην συμβούν

«Το 1999 έκανα μία απόπειρα να φύγω από το σπίτι, να βρω ένα αλλού ένα καταφύγιο, γιατί στο δικό μου σπίτι συνέβαιναν πράγματα που εύχομαι σε κανένα άλλο παιδί να μην συμβούν και το λέω γιατί καθημερινά ακούμε για ενδοοικογενειακή βία και κακοποίηση σε ποσοστά που σοκάρουν.

Στο δικό μου το σπίτι, λοιπόν, συνέβαιναν τέτοια πράγματα και έψαχνα να βρω μία διέξοδο. Η διέξοδός μου, τότε, ήταν το μπάσκετ. Τυχαία, λοιπόν, ένα Σάββατο πρωί βρέθηκα σε ένα γήπεδο μπάσκετ μαζί με τον ξάδερφό μου.

Ήταν η δική μου δικαιολογία να φύγω από το σπίτι. Είδα μετά την προπόνηση του ξάδερφού μου να κάνουν προπόνηση γυναίκες (κορασίδες). Δεν είχα δει ξανά γυναίκες να παίζουν μπάσκετ. «Παίζουν οι γυναίκες μπάσκετ;» σκέφτηκα.

Ήταν 1999, δεν το είχα ξαναδεί εγώ πουθενά. Και πηγαίνω δειλά δειλά στον προπονητή και του λέω «Γεια σας, θέλω να ξεκινήσω μπάσκετ». Ήμουν ψηλή από τότε οπότε με είδε και μου λέει «έλα αύριο, έλα Κυριακή». Και από τότε βρήκα το δικό μου καταφύγιο στο γήπεδο του μπάσκετ.

Περίμενα να τελειώσει το σχολείο για να πάω στην προπόνηση

Σας μιλώ ειλικρινά, κάθε μέρα περίμενα πότε θα τελειώσει το σχολείο για να πάρω την τσάντα μου και να πάω στην προπόνηση. Υπήρχαν βράδια που το έσκαγα κυριολεκτικά από το σπίτι μου, για να πάω σε ένα γήπεδο μπάσκετ, στο ανοιχτό γήπεδο του Γ.Σ. Περιστερίου, και καθόμουν ώρες ατελείωτες εκεί. Απλά καθόμουν κάτω, στο τσιμέντο, και κοιτούσα τα αστέρια γιατί εκεί, ακόμη και τώρα, γαληνεύει η ψυχή μου. Και το λέω γιατί είναι πολύ σημαντικό να βρίσκουμε πράγματα που μας κάνουν χαρούμενους και γαληνεύουν την ψυχή μας.

Όταν πήρα μεταγραφή έμαθα τι σημαίνει επαγγελματισμός

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το μπάσκετ, ήρθαν διακρίσεις σε ατομικό επίπεδο, ήμουν στις «μικρές» Εθνικές ομάδες, πήρα μεταγραφή τότε στον ΓΑΣ Άνω Λιοσίων όπου έμαθα τι σημαίνει επαγγελματισμός και πως να είμαι αθλήτρια 24 ώρες το 24ωρο. Είχα δίπλα μου συμπαίκτριες που ήταν και είναι ακόμη πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου και είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό.

Αλλά δεν μου ήταν αρκετό γιατί δεν έπαιζα πολύ. Βλέπετε στην ηλικία των 16-17 ετών θέλεις να παίζεις. Τότε πήρα την απόφαση να πάω στις Σέρρες, να παίξω στην Α1 στον Πανσερραϊκό. Αλλά επειδή οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με υποστηρίξουν, έπρεπε να πάω μόνη μου. Να βρω δουλειά, να πηγαίνω σχολείο στη Γ’ Λυκείου και να προσπαθώ να παίξω και στην Α1, να πρωταγωνιστήσω.

Οπότε πήγαινα το πρωί σχολείο, το απόγευμα προπόνηση και το βράδυ δούλευα σερβιτόρα. Γιατί ήθελα να παίξω μπάσκετ. Και το λέω γιατί ακούω πολλά παιδιά να λένε πως δεν θα πάνε προπόνηση για να βγουν π.χ. για καφέ. Ο αθλητισμός θέλει θυσίες. Και κοιτάζοντας πίσω, ό,τι θυσία έκανα έπιασε τόπο.

Η Έριν Μπουσέρ με παρότρυνε να πάω στις ΗΠΑ

Ήμουν λοιπόν στις Σέρρες και τυχαία, και λέω τυχαία γιατί η τύχη είναι γυναίκα, βρέθηκε μπροστά μου μία παίκτρια που λέγεται Έριν Μπούσερ. Αντίπαλός μου, τότε. Ήθελα να πάω στην Αθήνα για να δω τη μητέρα μου όμως δεν είχα λεφτα να γυρίσω ούτε με το τρένο ούτε με αεροπλάνο και ζήτησα από τον προπονητή της ομάδας της Ηλιούπολης να με πάρουν μαζί τους στο λεωφορείο.

Οπότε έκατσα δίπλα στην Έριν Μπούσερ. Με κοιτάζει και με ρωτάει: «Πόσο χρονών είσαι; Είσαι πολύ καλή». Της απάντησα «Ευχαριστώ!» και της είπα πως είμαι 17. Μου λέει «Γιατί δεν πας στην Αμερική να παίξεις μπάσκετ και να σπουδάσεις»;

Μου ήταν πρωτόγνωρο αυτό που άκουγα, ότι μπορώ να συνδυάσω έτσι το μπάσκετ με τις σπουδές. Ήταν μόλις 2004, δεν υπήρχαν τα social media.