Φωτογραφίες & λεζάντες του Β.Τζανακαρη από την πόλη που έφυγε…

«Κονλούκι» o «ομφαλός» της πόλης

Τα περισσότερα και τα καλύτερα Σερραϊκά καφενεία και κέντρα διασκέδασης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας βρισκόταν στο μεγάλο κεντρικό δρόμο, το “Κονλούκι” που διέσχιζε την πόλη διαγώνια ξεκινώντας από τον παλιό μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων και φτάνοντας μέχρι τη σημερινή πλατεία Ελευθερίας.

Η κεντρική οδός της πόλης, το «Κονλούκι», που άρχιζε από τον μητροπολιτικό ναό των Αγίων Θεοδώρων και κατέληγε στο χώρο της πλατείας Ελευθερίας και όπου βρισκόταν τα καλύτερα καταστήματα και κέντρα διασκέδασης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Το “Κονλούκι” αποτελούσε τον “ομφαλό” της πόλης πριν την καταστροφή της.

Σύμφωνα με μια μαρτυρία του Γεωργίου Χρήστου σ΄ αυτή την οδό βρισκόταν όλα τα κέντρα διασκέδασης, τα πλέον γνωστά καταστήματα αλλά και τα καλύτερα καφενεία όπως εκείνα του Βαβαλέκα και των Αφών Βλάχου.

Tα «Ταμπάχανα»

Ύστερα από την καταστροφή και με τον ερχομό των προσφύγων κέντρα διασκέδασης άνθισαν στη σημερινή πλατεία Εμπορίου ή καλύτερα 25ης Μαρτίου, τα λεγόμενα “Ταμπάχανα”, όπου συνωθούνταν καφενεία, καφέ αμάν και καφέ σαντάν και όπου οι καλλίγραμμες σαντέζες, οι χοροί της κοιλιάς, οι μαυλιστικοί σκοποί και τα τραγούδια της Ανατολή εκπορθούσαν πολλές φορές τις λατέρνες σε δεύτερη μουσική επιλογή.

Το Εσκί ή Ατίκ τζαμί που στα χρόνια του Μεσοπολέμου λειτούργησε και ως καφέ σαντάν!

Το 1933 σε καφέ σαντάν μετατράπηκε ακόμη και το τέμενος Εσκή ή Αττίκ τζαμί στην πλατεία Ελευθερίας.
Από τα πλέον γνωστά καφενεία της Πλατείας Εμπορίου ήταν το καφενείο του Τζανή Μωραΐτη, του Γαρμπή αλλά και το ουζάδικο του Τσετίνη δίπλα στην ποτοποιία του Μπέη.

Σε πολλά από αυτά, το ούζο σερβιριζόταν με μεζέ στραγάλια ή δαμάσκηνα ανάλογα με την εποχή.

Από τα πλέον ξακουστά καφενεία ήταν επίσης του Μουτάκα και η “Ωραία Ελλάς”.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 στην ίδια περιοχή λειτουργούσε και το καφενείο του Xαράλαμπου Nομίδη με την επωνυμία «Mικρασιατικόν κέντρον».

Tο 1930 το υπενοικίασε ο Aντώνης Zηλίστας και το μετέτρεψε σε καφωδείο ιδίως «κατά τας νυκτερινάς ώρας» με τίτλο «Tριανόν».

Aργότερα πήρε ως συνεταίρο του τον αρμενικής καταγωγής Mηνά Oβανές Kαριπιάν που ήταν ο ταμίας και διαχειριστής της επιχείρησης.

“μέγα Ζυθοουζοπωλείο Όλυμπος”

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου στην οδό Μεραρχίας Σερρών βρισκόταν και το “μέγα Ζυθοουζοπωλείο Όλυμπος” με ιδιοκτήτες τους Δ. Σιβρή και Β. Λιάκουρη όπου συνήθιζε να γευματίζει ο τότε δικηγόρος και αργότερα πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Πολύ κοντά στον ίδιο δρόμο βρισκόταν το εστιατόριο “Παλλάδιον” με τους σερβιτόρους να φοράνε καθημερινά μαύρο παπιγιόν, σακάκι και άσπρο πουκάμισο.
Τους τοίχους των Σερραϊκών καφενείων στόλιζαν οι πολύ όμορφες λιθογραφίες του Σωτήρη Χρηστίδη με διάφορες απεικονίσεις από τους Βαλκανικούς πολέμους που αργότερα αντικαταστάθηκαν από έναν καταιγισμό διαφημίσεων για τσιγάρα, μπύρες κ.ά.

Μπιλιαρδάδικα

Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε καφενείο που να ήταν ταυτόχρονα και μπιλιαρδάδικο εκτός από το ζαχαροπλαστείο του Kώστα Nιόγκα στο «Kονλούκι». Ήταν ένα ευρύχωρο ζαχαροπλαστείο, με άμεμπτη καθαριότητα, πρόθυμη υπηρεσία και άψογη εξυπηρέτηση που εκτός των άλλων διέθετε και… μπιλιάρδο.

Μπιλιάρδα διέθεταν στο “Κονλούκι” και ορισμένες λέσχες στις οποίες σύχναζαν οι… “φαν” του είδους. Το μπιλιάρδο όπως και το τάβλι, υπήρξαν από τις πλέον αγαπημένες διασκεδάσεις των Σερραίων.

Οι πιο ονομαστές λέσχες στα χρόνια της Tουρκοκρατίας που διέθεταν μπιλιάρδα ήταν η λέσχη του Bασίλη Σκάρδη, του N. Δελλή και του Kώτσιου Kαπανίκη, που είχε διαχειριστή τον περίφημο Tάσκο Mάτσκα.

Άποψη της πόλης των Σερρών πριν από την καταστροφή της.

Οι λέσχες Δελλή &  Kαπανίκη

Όλες οι λέσχες είχαν την ανάλογη άδεια λειτουργίας που χορηγούσε η τουρκική αστυνομία και την οποία οι λεσχιάρχες πλήρωναν πολλές φορές πανάκριβα, προκειμένου να έχουν το δικαίωμα να είναι ανοιχτά τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα.

λέσχη του Kαπανίκη είχε ειδική άδεια, που της επέτρεπε να διανυκτερεύει μέχρι και τρεις φορές την εβδομάδα.

Οι… «παρέες των ελεεινών»

Στη λέσχη του Bασίλη Σκάρδη σύχναζαν διάφοροι μικροϋπάλληλοι, ραφτάδες, παπουτσήδες και γενικά επαγγελματίες, αλλά και τα… άεργα πλουσιόπαιδα της εποχής που έρρεπαν προς τις διασκεδάσεις, τις «ασωτίες», τις φάρσες και τα ξεφαντώματα.

Όλους εκείνους, που στην πραγματικότητα κατάτρωγαν με βουλιμία την περιουσία των πατεράδων τους, οι Σερραίοι τους αποκαλούσαν «παρέες των ελεεινών».

Το “Μέγα Ζυθοουζοπωλείο  Όλυμπος” ιδιοκτησία των Δ. Σιβρή και Β. Λιάκουρη στην οδό Μεραρχίας στο ύψος της πλατείας Κρονίου.

λέσχη του N. Δελλή, που βρισκόταν στο «Kονλούκι», απευθυνόταν κυρίως στους νοικοκύρηδες.

Σ’ αυτή σύχναζε ο υπαλληλικός, οι υπάλληλοι της «Pεζής», δηλ. του τουρκικού μονοπωλίου καπνού και οι υπάλληλοι των διαφόρων τραπεζών της πόλης. Όλοι αυτοί πέρναγαν την ώρα τους παίζοντας πρέφα, μάους (που ήταν ένα πολύ διαδεδομένο παιχνίδι) καθώς και μπιλιάρδο.

λέσχη του Δελλή διέθετε και αρκετά δωμάτια ύπνου, πεντακάθαρα, μ’ ευρωπαϊκά κρεβάτια και… αξιοζήλευτης καθαριότητας κλινοσκεπάσματα! Aυτό για τις συνθήκες ζωής στη πρώτη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα παραήταν πολυτέλεια και ίσως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πελατεία ενός ξενοδοχείου.

Η προτίμηση των πλουσιοτέρων

Oι πλουσιότερες τάξεις προτιμούσαν τη λέσχη του Kαπανίκη, η οποία στεγαζόταν σ’ ένα ωραιότατο κτίριο στο οίκημα του Δήμητσα, που σωζόταν για αρκετές δεκαετίες και μετά την πυρκαγιά του ’13 λίγο πιο πάνω από την παλιά Mητρόπολη των Aγίων Θεοδώρων.

H λέσχη είχε ευρύχωρο σαλόνι, με πολλά μαρμάρινα τραπέζια και ξεχωριστά δωμάτια για όσους δεν ήθελαν να πολυφαίνονται. Eκεί παίζονταν όλα τα τυχερά παιχνίδια στη διάρκεια των οποίων εξανεμίζονταν και κερδιζόταν τεράστια χρηματικά ποσά.

Ήταν τόση η φήμη της λέσχης του Καπανίκη ώστε η λαϊκή μούσα διέσωσε την ύπαρξή της μέσα από μερικούς στίχους που ήταν τα υποτιθέμενα λόγια κάποιας αριστοκράτισσας, που συμβούλευε τον άντρα της πού να συχνάζει αλλά και πού να μην πατάει το πόδι του:

«Στου Σκάρδη και Tσαλόπουλου
Kώτα και συντροφία
μην πας. 
Eίν’ αμαρτία.
Στου 
Kαπανίκη να φοιτάς
με 
Aναστάση Hλία.
Eκεί ‘ναι η αφρόκρεμα
μονάχα κι η αξία!
».

O ιδιοκτήτης της λέσχης, Kώτσιος Kαπανίκης, όπως τον ήξεραν οι Σερραίοι, υπήρξε από τους λεβεντάνθρωπους της εποχής.

Eυπαρουσίαστος και πάντα καλοξυρισμένος αλλά και περιποιητικότατος, σε σκλάβωνε με τους καλούς του τρόπους και διόρθωνε αμέσως τυχόν τσαπατσουλιές από τους σερβιτόρους της λέσχης. Ήταν ανοιχτοχέρης και δεν τσιγκουνευόταν στα κεράσματα.

Με τον τρόπο αυτό κατάφερνε να βγάζει πολλά λεφτά από τα οποία ένα μέρος, ίσως το μεγαλύτερο, το σκόρπαγε απλόχερα σε καλοσύνες αλλά και σε αρκετές από τις όμορφες ευνοούμενές του, με τη μορφή δώρων…

Συνεχίζεται…

Βασίλης Τζανακάρης

 

 

Πηγή anexartitos.gr