Αντιεισαγγελέας για του αλληλέγγυους «Πιάστε τους»

Απο «Φωνή της Μακεδονίας»

-Την παρέμβαση των εισαγγελέων για την ύποπτη δράση των «αλληλέγγυων» ζήτησε μέσω του Αlpha 989 ο επίτιμος Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Μαρκής
-Καυτηρίασε τις υπερεξουσίες που έχουν χορηγηθεί στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου
-Εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στους Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς επαινώντας την κα Γεωργία Τσατάνη για την ευψυχία της να καταγγείλει την παρέμβαση από τον αναπλ. υπουργό Δικαιοσύνης.
Αναλυτικά η συνέντευξη του κου Μαρκή:………..
«Οι εισαγγελείς θα έπρεπε να έχουν παρέμβει άμεσα. Κάποιοι παρακινούν τους πρόσφυγες λέγοντας ότι είναι ιδανική χώρα (η Ελλάδα) κλπ. Υπάρχει διάταξη -που θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί- για όποιον διευκολύνει κατ’ όποιον τρόπο πρόσφυγα ή μετανάστη που έχει έρθει παράνομα στη χώρα, το κακούργημα φτάνει μέχρι και τα 20 χρόνια. Μια κυβέρνηση μπορεί έχοντας μια πολιτική και έναν σχεδιασμό, ενδεχομένως να παραβλέπει κάποια πράγματα αλλά ο δικαστικός λειτουργός δεν μπορεί να ενεργεί με σκοπιμότητες και σχεδιασμούς της εκτελεστικής εξουσίας» είπε στον Alpha 989 ο επίτιμος Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Μαρκής για το θέμα των «αλληλέγγυων».
«Δεν διαφωνώ στο να έχει διαταχθεί μια προκαταρκτική εξέταση» πρόσθεσε ο κος Μαρκής ενώ τόνισε ότι το ζήτημα δεν θα έπρεπε να τυγχάνει μιας επιδερμικής εξέτασης τη στιγμή που πρόκειται για ένα φαινόμενο τόσο σοβαρό. Η δράση των ανθρώπων αυτών θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο σοβαρές συνέπειες για τη χώρα.Ειδικά για την Ειδομένη είπε ότι «είναι τόσο οξυμμένο το πρόβλημα που ο εισαγγελέας της περιοχής μονός του χωρίς τη βοήθεια των υπολοίπων κρατικών φορέων δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο. Αυτό που θα ‘θελα και ελπίζω να έχει γίνει, είναι να έχει παραγγείλει κάποια έρευνα. Αλλά δεν έχω πληροφόρηση για κάτι τέτοιο και αυτό με προβληματίζει».
Αναφερόμενος στο πρόβλημα της λειτουργίας μερικών ΜΚΟ είπε πως «άρχισε να απασχολεί την ελληνική κοινωνία και την κυβέρνηση όταν επικαιροποιήθηκε γύρω από την Ειδομένη και τον Πειραιά, η Λέσβος το ζούσε αυτό 1 χρόνο χωρίς να ασχοληθεί κανείς. Ασκούσαν ιατρικές πράξεις χωρίς να ξέρουμε αν είναι γιατροί, να θέλουν πχ να εγκαταστήσουν σε ξενοδοχείο κλινική για να γεννάνε έγκυες προσφυγοπούλες χωρίς να ξέρουμε καν αν είναι γιατροί ή όχι».
Εκτίμησε ότι «θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση. Το γειτονικό μας κράτος δεν είναι σε θέση να δεχτεί τους πρόσφυγες. Δηλ. το γειτονικό κράτος δεν είναι δυνατόν να δεχθεί εισβολή μεταναστών, εύχομαι να μην έχουμε την επανάληψη φαινομένων».
Αναφερόμενος στη Λέσβο ο κος Μαρκής είπε ότι «το νησί δοκιμάστηκε. Υπήρξαν μέρες που το νησί βούλιαζε από την παρουσία μεταναστών και προσφύγων. Σε μια πόλη 25.000 κατοίκων να υπάρχουν άλλες τόσες χιλιάδες πρόσφυγες μια συγκεκριμένη μέρα…Το κράτος αιφνιδιάστηκε αλλά ο λαός της Λέσβου κάλυψε αυτές τις ανάγκες. Πολλοί κάτοικοι προέρχονται από το κύμα των προσφύγων του ’22. Τώρα έχουν περιοριστεί οι ροές και τα πράγματα είναι καλύτερα. Ήταν η 1η περιοχή που δημιουργήθηκαν δομές που μπορούν να αντιμετωπίσουν σωστά το πρόβλημα» και πρόσθεσε ότι «είναι τιμή για τη Λέσβο ότι θα πάει ο Πάπας. Όπως έχει σημασία ιδιαίτερη το γεγονός ότι θα εγκαινιαστεί το κοινωνικό παντοπωλείο από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών στην Καλλονή της Λέσβου».
Έκανε ιδιαίτερη μνεία στην οργάνωση της αρχιεπισκοπής και τη συνεργασία που έχει με τον δήμο Λέσβου για τους αναξιοπαθούντες ενώ μίλησε με θερμά λόγια για τον Παπαστρατή, «που ήταν ο εφημέριος του χωριού μου και ασχολήθηκε με τους πρόσφυγες και τους αναξιοπαθούντες πριν γίνει «μόδα». Οργάνωσε την «Αγκαλιά» που περιέθαλψε τόσους ανθρώπους, χωρίς να του δοθεί ούτε ένα ευρώ για την οργάνωσή του. Ήμουν φίλος του και θεωρώ ότι τον επηρέασα. Εγώ ξέρω τις δυσκολίες που αντιμετώπισε όταν αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στον τομέα αυτό, είχε όμως έναν ιδιαίτερο ψυχισμό, ήταν ένας «σύγχρονος Παπαφλέσσας».
Κληθείς να σχολιάσει τις χθεσινές δηλώσεις του Τάκη Μπαλτάκου στον Alpha 989 (για τους πρόσφυγες) που προκάλεσαν συζήτηση, ο κος Μαρκής απάντησε πως «υπάρχει αυτή η άποψη που υποστηρίζεται από τον κο Μπαλτάκο, δηλ κάποιος πρόσφυγας που φεύγει από τη Συρία και πάει στην Τουρκία, αν η Τουρκία θεωρείται ασφαλής χώρα, στην Τουρκία δικαιούται να έχει το καθεστώς του πρόσφυγα. Αν από την Τουρκία επιχειρεί να απομακρυνθεί, η μετάβασή του σε άλλες χώρες δεν μπορεί να γίνει υπό το καθεστώς του πρόσφυγα αλλά με το καθεστώς του οικονομικού μετανάστη. Βασικό καθεστώς είναι να γίνει δεκτό και νομικά και ουσιαστικά ότι η Τουρκία είναι ασφαλής χώρα. Αυτό δεν έχει γίνει. Υπήρξε μια σκέψη ότι στο τελευταίο νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τα θέματα αυτά, μετά τη συμφωνία, ότι θα υπήρχε μια ρητή διάταξη που θα χαρακτήριζε την Τουρκία ως ασφαλή χώρα. Αυτό δεν έγινε. Ως εκ τούτου ο κος Μπαλτάκος θα έπρεπε να περιμένει να γίνει αυτό, προτού μιλήσει γι’ αυτό.
Ο κος Μπαλτάκος είναι ικανός νομικός και μπορεί να στηρίξει με σοβαρή επιχειρηματολογία τις απόψεις του άλλα θα του απαντούσα ότι αν βρισκόταν σε μια ακτή της Λέσβου και έβλεπε τον 75χρονο Σύριο να προσπαθεί να βγάλει από τη βάρκα τα βρεγμένα εγγόνια του και σέρνοντας με το άλλο την γιαγιά τους, ίσως οι απόψεις του να ήταν άλλες. Κανείς δεν ξεκινάει να κάνει αυτό το ταξίδι αν δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου».
Αναφερόμενος στις παθογένειες της Δικαιοσύνης είπε πως«είχαμε μια πολιτεία που για δεκαετίες ολόκληρες θεωρούσε αντιπαραγωγικό το να επενδύσει στη δικαιοσύνη. Θεωρούσε ότι με φτηνές λύσεις μπορεί να λειτουργεί το σύστημα, αυτό δεν απέδωσε. Το πρόβλημα της Δικαιοσύνης είναι διαχρονικό και χειροτερεύει, δηλαδή η καθυστερημένη επιβολή της. Ο καθένας που εμπλέκεται σε μια υπόθεση διαπιστώνει την κατάσταση που υπάρχει. Ο πολιτικός κόσμος, επίσης, δεν επεδίωξε έστω μια ενημέρωση στα παιδιά που θα αποφοιτήσουν από το λύκειο για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους. Η κοινή γνώμη και οι πολίτες ασχολούνται με τη Δικαιοσύνη μόνο όταν δημιουργηθεί μια επικαιρότητα που θα απασχολει τα ΜΜΕ».
Σε ερώτηση για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ο κος Μαρκής απάντησε: «εκτιμούσα πάντα και το έχω δηλώσει διαχρονικά ότι το θεσμικό επίπεδο κατοχύρωσης της δικαστικής ανεξαρτησίας που υπάρχει στην Ελλάδα είναι από τα πιο προωθημένα στην Ευρώπη. Ειδικά για τους εισαγγελείς, ίσως πουθενά, σε καμία ευρωπαϊκή χώρα, δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που να κατοχυρώνει την ανεξαρτησία δράσης των εισαγγελέων όσο στην Ελλάδα. Έλεγα πάντα ότι κάθε δικαστής και ειδικότερα κάθε εισαγγελέας θα πρέπει αυτή τη θεσμική ανεξαρτησία που του δίνει το ΣΥΝΤΑΓΜΑ να την μετουσιώσει σε προσωπική. Έτσι με σύνεση, θάρρος, σωφροσύνη, να ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή του».
Αναφερόμενος στις «υπερβολικές εξουσίες που χορηγήθηκαν στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου», είπε χαρακτηριστικά: «αυτή τη στιγμή δεν θα ήμασταν ειλικρινείς αν λέγαμε ότι δεν υπάρχει προβληματισμός σε αυτό τον χώρο… Αναφέρομαι στη ρύθμιση με την οποία χορηγήθηκε στην πρόεδρο του Αρείου Πάγου το δικαίωμα να ασκεί δίωξη σε δικαστές και εισαγγελείς. Με τη ρύθμιση αυτή ανατράπηκε ένα καθεστώς που έλεγε ότι δεν μπορεί ο κρίνων να είναι και ο διώκων. Έτσι ο μεμονωμένος εισαγγελέας δεν θα έχει να αντιμετωπίσει μόνο έναν πρόεδρο του Αρείου Πάγου που είναι ex officio, λόγω θέσεως, που θα τον κρίνει, δεν θα έχει να αντιμετωπίσει έναν πρόεδρο μιας ολομέλειας του Αρείου Πάγου αλλά θα έχει να αντιμετωπίσει έναν πρόεδρο τα Αρείου Πάγου που θα ασκεί έλεγχο πειθαρχικό για συγκεκριμένες ενέργειές του. Έχουν συγκεντρωθεί υπερβολικές εξουσίες στα χέρια του προέδρου του Αρείου Πάγου και με λύπη λέω ότι η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου αυτή την αρμοδιότητα που έχει πει ο νομοθέτης την έχει υλοποιήσει. Αυτή τη στιγμή τρέχουν 2-3-4 συγκεκριμένες διαδικασίες εις βάρος συγκεκριμένου εισαγγελέα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει συνταγματικό δικαστήριο άλλα ο θεσμός του διάχυτου συνταγματικού ελέγχου δηλ. μπορεί ένας νόμος να κριθεί αντισυνταγματικός. Το να συγκεντρώνεται τόση εξουσία στον πρόεδρο του Αρείου Πάγου δημιουργεί τις υπόνοιες ότι δημιουργείται ένας έλεγχος στο πώς λειτούργει το δικαστικό σύστημα».
Εξέφρασε όμως την εμπιστοσύνη του στους Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς φέρνοντας ως παράδειγμα τη στάση της κας Τσατάνη: «στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν υπάρχει αμφιβολία να ιδρώσει το αυτί τους. Έχω την ελπίδα ότι θα αντισταθούν οι εισαγγελείς και είναι πολύ θετικό το μήνυμα που έδωσε με τη στάση της η κα Τσατάνη. Όχι μόνο αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς άλλες υποδείξεις, είχε το θάρρος να καταγγείλει την παρέμβαση που έγινε από τον αναπληρωτή υπουργό δικαιοσύνης. Τα τελευταία 50 χρόνια δεν υπάρχει φαινόμενο σαν και αυτό, εκεί είναι η ανησυχία μου. Πίστευα ότι όλοι οι φορείς της Δικαιοσύνης θα πρέπει να επαινέσουν την κα Τσατάνη για την ευψυχία της με την ενέργεια αυτή. Η εικόνα της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για μένα είναι εικόνα ενός εμπνευσμένου ηγέτη που με το παράδειγμά του το προσωπικό εμπνέει όλους τους νεώτερους, όχι να κάθεται σε ένα γραφείο να παίρνει καταθέσεις και να ερευνά την υπόθεση. Ο αναπλ. υπουργός είχε την άποψη ότι η εισαγγελέας δεν έπρεπε να το κάνει ενώ η εισαγγελέας είχε την αντίθετη άποψη. Ένας από τους πιο ικανούς αντιεισαγγελείς που διαθέτουμε είπε ότι «είχε δίκιο η εισαγγελέας, ορθώς και νομίμως έπραξε η κα Τσατάνη».
Αναφερόμενος στην προσωπική του πορεία, ο κος Μαρκής είπε πως «η εκτίμηση που τρέφουν στο πρόσωπό μου είναι αποτέλεσμα μεγάλων προσπαθειών και μιας φιλοσοφίας που είχα ενσωματώσει στο τρόπο λειτουργίας μου ως εισαγγελέας» και τόνισε την πάγια θέση του ότι «ο εισαγγελέας δεν είναι μόνο διώκτης του εγκλήματος αλλά προστάτης των δικαιωμάτων των απλών πολιτών»